close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

umgestalten

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

umgestalten (de)

  1. αναμορφώνω
  2. αναδιοργανώνω
  3. ανανεώνω, αλλάζω

Συγγενικά

[επεξεργασία]