close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

croisillon

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
croisillon croisillons

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

croisillon (fr) αρσενικό

  1. το σύμβολο #
     συνώνυμα: octothorpe