close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

day off

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
day off <  δείτε τις λέξεις day και off

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
day off days off

day off (en)

  • η ημέρα κατά την οποία δεν έχω υποχρέωση να εργαστώ
    1. το ρεπό
      παράδειγμα  Most weeks, Sunday is my only day off.
      Τις περισσότερες εβδομάδες, η Κυριακή είναι το μοναδικό μου ρεπό.
      παράδειγμα  What are you going to do on your day off?
      Τι θα κάνεις στο ρεπό σου;
      παράδειγμα  The weekends are usually my days off.
      Τα Σαββατοκύριακα συνήθως έχω ρεπό.
    2. η μέρα άδειας για αρρώστια, προσωπικά προβλήματα κτλ.
      παράδειγμα  I was sick last week and took two days off.
      Ήμουν άρρωστος την περασμένη εβδομάδα και πήρα δύο μέρες άδειας.
       συνώνυμα: day of leave
    3. η μέρα άδειας για χαλάρωση και διακοπές
      παράδειγμα  My family is going to Santorini this summer so I took ten days off.
      Η οικογένειά μου θα πάει στη Σαντορίνη αυτό το καλοκαίρι, οπότε πήρα δέκα μέρες άδεια.
       συνώνυμα: vacation day
    4. η μέρα αργίας
      παράδειγμα  May Day is a day off for workers.
      Η Πρωτομαγιά είναι μέρα αργίας για τους εργαζόμενους.
      παράδειγμα  Tomorrow is Christmas so we have the day off.
      Αύριο είναι Χριστούγεννα, οπότε έχουμε αργία.
       συνώνυμα: holiday και vacation day

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]