day off
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| day off | days off |
day off (en)
- η ημέρα κατά την οποία δεν έχω υποχρέωση να εργαστώ
- το ρεπό
Most weeks, Sunday is my only day off.
- Τις περισσότερες εβδομάδες, η Κυριακή είναι το μοναδικό μου ρεπό.
What are you going to do on your day off?
- Τι θα κάνεις στο ρεπό σου;
The weekends are usually my days off.
- Τα Σαββατοκύριακα συνήθως έχω ρεπό.
- η μέρα άδειας για αρρώστια, προσωπικά προβλήματα κτλ.
I was sick last week and took two days off.
- Ήμουν άρρωστος την περασμένη εβδομάδα και πήρα δύο μέρες άδειας.
- ≈ συνώνυμα: day of leave
- η μέρα άδειας για χαλάρωση και διακοπές
My family is going to Santorini this summer so I took ten days off.
- Η οικογένειά μου θα πάει στη Σαντορίνη αυτό το καλοκαίρι, οπότε πήρα δέκα μέρες άδεια.
- ≈ συνώνυμα: vacation day
- η μέρα αργίας
May Day is a day off for workers.
- Η Πρωτομαγιά είναι μέρα αργίας για τους εργαζόμενους.
Tomorrow is Christmas so we have the day off.
- Αύριο είναι Χριστούγεννα, οπότε έχουμε αργία.
- ≈ συνώνυμα: holiday και vacation day
- το ρεπό