fifty
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Αριθμητικό
[επεξεργασία]fifty (en)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| fifty | fifties |
fifty (en)
- (in one’s fifties, μόνο πληθυντικός) πενηντάρης, στα/τα πενήντα, μεταξύ 50 και 59 ετών
A man in his fifties can be in excellent physical shape.
- Ένας πενηντάρης μπορεί να είναι σε εξαιρετική φυσική κατάσταση.
He’s in his fifties, but looks much younger.
- Είναι πενηντάρης, αλλά φαίνεται πολύ νεότερος.
She’s in her fifties but runs marathons.
- Είναι στα πενήντα αλλά τρέχει μαραθώνιους.
They are in their late fifties.
- Είναι στα τέλη των πενήντα.
I liked my fifties more than my forties.
- Μου άρεσαν τα πενήντα μου περισσότερο από τα σαράντα μου.
- (μόνο πληθυντικός) η δεκαετία του πενήντα, για τη χρονολογία οποιουδήποτε αιώνα, τα χρόνια μεταξύ 50 και 59
Cars of the fifties had a distinctive style.
- Τα αυτοκίνητα της δεκαετίας του πενήντα είχαν ιδιαίτερο στυλ.
They were born in the early fifties.
- Γεννήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του πενήντα.
- (προφορικό) το πενηντάρικο, το χαρτονόμισμα των πενήντα
Do you have a fifty?
- Έχεις ένα πενηντάρικο;