internet bot
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| internet bot | internet bots |
internet bot (en)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- (συντομογραφία) bot
Υπερώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
internet bot στην αγγλική Βικιπαίδεια
