close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

odori

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
odori < odor- + -i
ρήμα odori
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας odoras odoranta odorata
αόριστος odoris odorinta odorita
μέλλοντας odoros odoronta odorota
υποθετική odorus - -
προστακτική odoru - -

odori (eo)



Ίντο (io)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

odori (io)