tero
Εμφάνιση
Κατωιταλικά (grk-ita)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- tero < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θέρος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]tero (tèro)
Πηγές
[επεξεργασία]- tèro Vocabolario σελ.413 - Στέφανος Λαμπρινός. Stephanos Lambrinos. (1994) Il dialetto greco Salentino nelle poesie locali. [Η ελληνική διάλεκτος του Σαλέντο στην τοπική ποίηση.] (στα ιταλικά) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Tübingen. DOI.10.12681/eadd/9045 (συντομογραφίες · κανόνες · σημειώσεις · ΔEITE)
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- tero < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | tero | teroj |
| αιτιατική | teron | terojn |
tero (eo)
- η γη
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Κατωιταλικά
- Ουσιαστικά (κατωιταλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (εσπεράντο)
- Γλώσσα εσπεράντο
- Ουσιαστικά (εσπεράντο)
- Αντίστροφο λεξικό (εσπεράντο)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)