close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

tero

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
tero < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική θέρος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

tero (tèro)

  1. θέρισμα
  2. Ιούνιος



Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
tero < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική teroteroj
αιτιατική teronterojn

tero (eo)