close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

arte

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
arte < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἄρτε < αρχαία ελληνική ἄρτι

Επίρρημα

[επεξεργασία]

arte (àrte)

  • árte - σελίδα 137 - Astorre Pellegrini Il dialetto greco-calabro di Bova [Η ελληνοκαλαβρική διάλεκτος της Μπόβα], τόμος 1ος, Torino, Ρώμη: Ermanno Loescher, 1880



Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

arte (es) αρσενικό & θηλυκό

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Προσοχή! στον πληθυντικό, το arte γίνεται θηλυκό!

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
arte < (κληρονομημένο) λατινική artem, αιτιατική ενικού του ars

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
arte arti

arte (it)