close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

λυκάνθρωπος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο λυκάνθρωπος οι λυκάνθρωποι
      γενική του λυκάνθρωπου
& λυκανθρώπου
των λυκάνθρωπων
& λυκανθρώπων
    αιτιατική τον λυκάνθρωπο τους λυκάνθρωπους
& λυκανθρώπους
     κλητική λυκάνθρωπε λυκάνθρωποι
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λυκάνθρωπος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή λυκάνθρωπος.[1] Συγχρονικά αναλύεται σε λυκ- + -άνθρωπος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /liˈkan.θɾo.pos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λυκάνθρωπος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λυκάνθρωπος αρσενικό ή θηλυκό

  1. πρόσωπο σε φανταστικά διηγήματα, το οποίο μεταμορφώνεται από άνθρωπος σε λύκο
      ένας Φιλιππινέζος δρακουλιάρης που, πριν τα βάλει με λυκάνθρωπο και σκοτωθεί από σεισμό, ποθεί διάδοχο από γκαστρωμένη η οποία ρουφάει (εύλογο πώς) τη ζωή από σαύρες. Και αυτό το σενάριο ήταν βασισμένο σε ένα δημοφιλές στη χώρα τότε comic, οπότε το όλο σύστριγγλο ήταν δικαιολογημένο – for a change
    Από σύντομη και σκωπτική περιγραφή της ταινίας Tore Ng Diyablo (1969) του Λάουρο Πατσέκο στο αφιέρωμα TOO WEIRD TO BE A VAMPIRE!, freecinema.gr, ανακτήθηκε στις 15/2/2026,
  2. άτομο που πάσχει από την ψυχική ασθένεια λυκανθρωπία, κατά την οποία ο άνθρωπος πιστεύει ότι μεταμορφώνεται σε λύκο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]