close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

μπούκλα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μπούκλα οι μπούκλες
      γενική της μπούκλας
    αιτιατική την μπούκλα τις μπούκλες
     κλητική μπούκλα μπούκλες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μπούκλα < (άμεσο δάνειο) γαλλική boucle + < παλαιά γαλλική boucle / bocle < λατινική buccula, υποκοριστικό του bucca, πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰeHw- (φυσώ, φουσκώνω)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈbu.kla/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μπούκλα
περούκα με πράσινες μπούκλες

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μπούκλα θηλυκό

  1. (κομμωτική) μια τούφα (κατσαρών) μαλλιών
      Η Μερόπη γέλασε τρανταχτά και οι κόκκινες μπούκλες της ακολούθησαν με ρυθμό την κίνησή της, άφησε το ψητό στο τραπέζι και είπε, «ας φάμε, ξελιγώθηκα στην πείνα». Το ζευγάρι ένευσε καταφατικά και κάθησαν να φάνε. (Αναστασία Γιδάκου, Μια γυναίκα, δυο ζωές, εκδ. BookRix, 2023)
     συνώνυμα: βόστρυχος (λόγιο)
  2. (γενικότερα) τούφα από μαλλί

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη μπούκα

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]