ορμώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ορμώ < αρχαία ελληνική ὁρμάω - ὁρμῶ
Ρήμα
[επεξεργασία]ορμώ, παθ. ορμώμαι
- κινούμαι με μεγάλη ταχύτητα προς συγκεκριμένη κατεύθυνση
- επιτίθεμαι, κινούμαι επιθετικά με μεγάλη ταχύτητα εναντίον συγκεκριμένου στόχου
- ※ έψαξε πάλι γύρω, δεν μπορεί κάτι θα υπήρχε να χτυπήσει το πεισματάρικο άτι. Η Ιππολύτη, λες και κατάλαβε πως ο αγριάνθρωπος χαλάρωσε την προσοχή του, σηκώθηκε απότομα στα δυο της πόδια χλιμιντρίζοντας μανιασμένη. Της τράβηξε εκείνος τα χάμουρα όσο πιο δυνατά του επέτρεπαν ο φόβος και το μεθύσι, πού θα πήγαινε, θα το τιθάσευε το αγρίμι, αλλά το άλογο όρθωσε ξανά το ανάστημά του και όρμησε εναντίον του. (Μαίρη Κόντζογλου, Μια προσευχή για τα Παλιά Ασήμια, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | ορμάω - ορμώ | ορμούσα | θα ορμάω - ορμώ | να ορμάω - ορμώ | ορμώντας | |
| β' ενικ. | ορμάς | ορμούσες | θα ορμάς | να ορμάς | όρμα - όρμαγε | |
| γ' ενικ. | ορμάει - ορμά | ορμούσε | θα ορμάει - ορμά | να ορμάει - ορμά | ||
| α' πληθ. | ορμάμε - ορμούμε | ορμούσαμε | θα ορμάμε - ορμούμε | να ορμάμε - ορμούμε | ||
| β' πληθ. | ορμάτε | ορμούσατε | θα ορμάτε | να ορμάτε | ορμάτε | |
| γ' πληθ. | ορμάν(ε) - ορμούν(ε) | ορμούσαν(ε) | θα ορμάν(ε) - ορμούν(ε) | να ορμάν(ε) - ορμούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | όρμησα | θα ορμήσω | να ορμήσω | ορμήσει | ||
| β' ενικ. | όρμησες | θα ορμήσεις | να ορμήσεις | όρμα - όρμησε | ||
| γ' ενικ. | όρμησε | θα ορμήσει | να ορμήσει | |||
| α' πληθ. | ορμήσαμε | θα ορμήσουμε | να ορμήσουμε | |||
| β' πληθ. | ορμήσατε | θα ορμήσετε | να ορμήσετε | ορμήστε | ||
| γ' πληθ. | όρμησαν ορμήσαν(ε) |
θα ορμήσουν(ε) | να ορμήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω ορμήσει | είχα ορμήσει | θα έχω ορμήσει | να έχω ορμήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις ορμήσει | είχες ορμήσει | θα έχεις ορμήσει | να έχεις ορμήσει | ||
| γ' ενικ. | έχει ορμήσει | είχε ορμήσει | θα έχει ορμήσει | να έχει ορμήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε ορμήσει | είχαμε ορμήσει | θα έχουμε ορμήσει | να έχουμε ορμήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε ορμήσει | είχατε ορμήσει | θα έχετε ορμήσει | να έχετε ορμήσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν ορμήσει | είχαν ορμήσει | θα έχουν ορμήσει | να έχουν ορμήσει |
| |