close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

sanction

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
sanction sanctions

sanction (en)

  1. (συνήθως πληθυντικός) η κύρωση, τιμωρητικά ή περιοριστικά μέτρα που επιβάλλονται σε κράτος για συμμόρφωση με το διεθνές δίκαιο ή άλλες υποχρεώσεις
    παράδειγμα  Trade sanctions were imposed against any country that refused to sign the agreement.
    Επιβλήθηκαν εμπορικές κυρώσεις σε κάθε χώρα που αρνήθηκε να υπογράψει τη συμφωνία.
    παράδειγμα  The economic sanctions have been lifted.
    Οι οικονομικές κυρώσεις έχουν αρθεί.
    παράδειγμα  Any action to remove the sanctions which are in place would be counterintuitive and paradoxical.
    Οποιαδήποτε ενέργεια για την άρση των κυρώσεων που εφαρμόζονται επί του παρόντος θα ήταν αντιδιαισθητική και παράδοξη.
  2. (μη μετρήσιμο, επίσημο) η έγκριση, η επικύρωση, επίσημη εξουσιοδότηση για μια πράξη ή μεταβολή
    παράδειγμα  These changes will require the sanction of the court.
    Οι αλλαγές αυτές θα απαιτήσουν την έγκριση του δικαστηρίου.
    παράδειγμα  Their ideas received official sanction at the meeting.
    Οι ιδέες τους έλαβαν επίσημη έγκριση στη συνεδρίαση.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη approval
  3. η κύρωση, η ποινή, τιμωρητικό ή αποτρεπτικό μέτρο για την επιβολή συμμόρφωσης
    παράδειγμα  We now have an effective sanction against the killing of whales.
    Τώρα έχουμε μια αποτελεσματική κύρωση κατά της θανάτωσης φαλαινών.
    παράδειγμα  The ultimate sanction will be the closure of the restaurant.
    Η έσχατη ποινή θα είναι το κλείσιμο του εστιατορίου.
     συνώνυμα: punishment
ενεστώτας sanction
γ΄ ενικό ενεστώτα sanctions
αόριστος sanctioned
παθητική μετοχή sanctioned
ενεργητική μετοχή sanctioning

sanction (en)

  1. (επίσημο) εγκρίνω, επικυρώνω, δίνω την άδεια ή επιδοκιμάζω
    παράδειγμα  The government refused to sanction a further cut in interest rates.
    Η κυβέρνηση αρνήθηκε να εγκρίνει περαιτέρω μείωση των επιτοκίων.
    παράδειγμα  The court sanctioned the agreement.
    Το δικαστήριο επικύρωσε τη συμφωνία.
  2. επιβάλλω κυρώσεις σε κάποιον ή κάτι
    παράδειγμα  The EU sanctioned Russia.
    Η ΕΕ επέβαλε κυρώσεις στη Ρωσία.



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

sanction (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]