sanction
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| sanction | sanctions |
sanction (en)
- (συνήθως πληθυντικός) η κύρωση, τιμωρητικά ή περιοριστικά μέτρα που επιβάλλονται σε κράτος για συμμόρφωση με το διεθνές δίκαιο ή άλλες υποχρεώσεις
Trade sanctions were imposed against any country that refused to sign the agreement.
- Επιβλήθηκαν εμπορικές κυρώσεις σε κάθε χώρα που αρνήθηκε να υπογράψει τη συμφωνία.
The economic sanctions have been lifted.
- Οι οικονομικές κυρώσεις έχουν αρθεί.
Any action to remove the sanctions which are in place would be counterintuitive and paradoxical.
- Οποιαδήποτε ενέργεια για την άρση των κυρώσεων που εφαρμόζονται επί του παρόντος θα ήταν αντιδιαισθητική και παράδοξη.
- (μη μετρήσιμο, επίσημο) η έγκριση, η επικύρωση, επίσημη εξουσιοδότηση για μια πράξη ή μεταβολή
- η κύρωση, η ποινή, τιμωρητικό ή αποτρεπτικό μέτρο για την επιβολή συμμόρφωσης
We now have an effective sanction against the killing of whales.
- Τώρα έχουμε μια αποτελεσματική κύρωση κατά της θανάτωσης φαλαινών.
The ultimate sanction will be the closure of the restaurant.
- Η έσχατη ποινή θα είναι το κλείσιμο του εστιατορίου.
- ≈ συνώνυμα: punishment
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | sanction |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | sanctions |
| αόριστος | sanctioned |
| παθητική μετοχή | sanctioned |
| ενεργητική μετοχή | sanctioning |
sanction (en)
- (επίσημο) εγκρίνω, επικυρώνω, δίνω την άδεια ή επιδοκιμάζω
The government refused to sanction a further cut in interest rates.
- Η κυβέρνηση αρνήθηκε να εγκρίνει περαιτέρω μείωση των επιτοκίων.
The court sanctioned the agreement.
- Το δικαστήριο επικύρωσε τη συμφωνία.
- επιβάλλω κυρώσεις σε κάποιον ή κάτι
The EU sanctioned Russia.
- Η ΕΕ επέβαλε κυρώσεις στη Ρωσία.
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]sanction (fr) θηλυκό