shed
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| shed | sheds |
shed (en)
- η αποθήκη, πρόχειρο κτίσμα από ξύλο ή μέταλλο
Put the tools back in the shed afterwards.
- Μετά βάλτε τα εργαλεία πίσω στην αποθήκη.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | shed |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | sheds |
| αόριστος | shed |
| παθητική μετοχή | shed |
| ενεργητική μετοχή | shedding |
| αγγλικά ανώμαλα ρήματα | |
shed (en)
- (μεταβατικό) περικόπτω, ξεφορτώνομαι, αποβάλλω κάτι περιττό ή ανεπιθύμητο
The factory is shedding a large number of jobs.
- Το εργοστάσιο περικόπτει μεγάλο αριθμό θέσεων εργασίας.
It was billed as a quick way to shed unwanted kilos.
- Παρουσιάστηκε ως ένας γρήγορος τρόπος να ξεφορτωθεί κανείς τα περιττά κιλά.
Museums have been trying hard to shed their stuffy image.
- Τα μουσεία προσπαθούν πολύ να αποβάλουν τη σοβαροφανή τους εικόνα.
- (μεταβατικό, επίσημο) ρίχνω, βγάζω ρούχα
I shed my clothes.
- Ρίχνω τα ρούχα μου.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) μαδώ, ρίχνω, βγάζω, αλλάζω, αποβάλλω το δέρμα μου ή τα φύλλα μου
My cat sheds a lot in the spring.
- Η γάτα μου μαδάει πολύ την άνοιξη.
The dog is constantly shedding; the house is full of hair.
- Το σκυλί μαδάει συνεχώς· το σπίτι γέμισε τρίχες.
The rose bush has wilted and is shedding its petals.
- Η τριανταφυλλιά μάρανε και τώρα μαδάει τα πέταλά της.
Snakes shed their skins.
- Τα φίδια ρίχνουν το δέρμα τους.
Most trees shed their leaves in the fall.
- Τα περισσότερα δέντρα ρίχνουν τα φύλλα τους το φθινόπωρο.
a sweater that sheds a lot of fluff - πουλόβερ που βγάζει πολύ χνούδι
How often does a snake shed its skin?
- Πόσο συχνά αλλάζει το δέρμα του ένα φίδι;
Deciduous trees shed their leaves in autumn.
- Τα φυλλοβόλα δέντρα φυλλοβολούν το φθινόπωρο.
The mulberry tree has already started shedding its leaves.
- Η μουριά έχει ήδη αρχίσει να φυλλοβολεί.
- (μεταβατικό) ρίχνω φως πάνω σε κάτι· αφήνω το φως να πέσει κάπου
The candles shed a soft glow on her face.
- Τα κεριά έριχναν ένα απαλό φως στο πρόσωπό της.
- (μεταβατικό, επίσημο ή λογοτεχνικό) ρίχνω, χύνω δάκρυα
She shed no tears when she heard the news.
- Δεν έριξε ούτε ένα δάκρυ όταν άκουσε τα νέα.
- (μεταβατικό) χύνω, σκοτώνω ή τραυματίζω ανθρώπους, ιδιαίτερα σε πόλεμο
How much blood will be shed before the fighting ends?
- Πόσο αίμα θα χυθεί πριν τελειώσουν οι συγκρούσεις;
- απωθώ υγρό, που έχει την ιδιότητα να απωθεί το νερό ή το υγρό για να κυλάει και να μην απορροφάται
A duck’s feathers shed water immediately.
- Τα φτερά της πάπιας απωθούν το νερό αμέσως.
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- shed (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- shed (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 770-771. ISBN 9780194325684., λήμμα: ρίχνω