close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

tu

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ty/
 

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

tu (fr) (πληθυντικός: vous)

Αυτή η γλώσσα κάνει διάκριση 2ου προσώπου στον ενικό (οικείο, φιλικό, ανεπίσημο) και στον πληθυντικό ευγενείας. (διάκριση tu-vos)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μετοχή

[επεξεργασία]

tu (fr)



Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

tu (es)

κτητική αντωνυμία

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]
κτητικές αντωνυμίες στα ισπανικά
κατεχόμενο
πριν μετά ή μόνο του
ενικός πληθυντικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό θηλυκό αρσενικό θηλυκό αρσενικό θηλυκό αρσενικό θηλυκό
κάτοχος ενικός 1ο πρόσωπο mi mis mío mía míos mías
2ο πρόσωπο tu tus tuyo tuya tuyos tuyas
3ο πρόσωπο su* sus* suyo* suya* suyos* suyas*
πληθυντικός1ο πρόσωπο nuestro nuestra nuestros nuestras nuestro nuestra nuestros nuestras
2ο πρόσωπο vuestro vuestra vuestros vuestras vuestro vuestra vuestros vuestras
3ο πρόσωπο su* sus* suyo* suya* suyos* suyas*

* Χρησιμοποιείται επίσης στον ενικό και στον πληθυντικό ευγενείας.



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

tu (it)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]



Καταλανικά (ca)

[επεξεργασία]

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

tu (ca)



Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος άρθρου

[επεξεργασία]

tu


Κουρδικά (ku)

[επεξεργασία]

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

tu (ku)



Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
tu < Πρωτο-Ινδο-Ευρωπαϊκό *túh₂. Συγγενές με το Αρχαίο Ελληνικό σύ, το Σανσκριτικό त्वम् (tvám) και το Παλαιό Περσικό tuvam.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tuː/

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

tu (la)

Προσωπική Αντωνυμία
ενικός
πτώση α' πρόσωπο β' πρόσωπο γ' πρόσωπο
(αυτοπαθής)
ονομαστική ego tu -
γενική mei tui sui
δοτική mihi tibi sibi
αιτιατική me te se
αφαιρετική me te se
πτώση πληθυντικός
ονομαστική nos vos -
γενική nostri, nostrum vestri, vestrum sui
δοτική nobis vobis sibi
αιτιατική nos vos se
αφαιρετική nobis vobis se

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Όταν γίνεται χρήση του tū στη γενική πληθυντικού, το vestrī χρησιμοποιείται όταν είναι το αντικείμενο μίας ενέργειας, ειδικά όταν χρησιμοποιείται με ενεργητική μετοχή. Όταν απαντάται σε αυτόν το συδυασμό, η ενεργητική μετοχή είναι στη γενική ενικού, αρσενικού γένους. Το vestrum χρησιμοποιείται ως γενική διαιρετική σε προτάσεις όπως "ένας από εσάς"



Λιθουανικά (lt)

[επεξεργασία]

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

tu (lt)



Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tu/
 

Επίρρημα

[επεξεργασία]

tu (pl)

  1. εδώ

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]



Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

tu (pt)



Ρουμανικά (ro)

[επεξεργασία]

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

tu (ro)



Τσεχικά (cs)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίρρημα

[επεξεργασία]

tu (cs)

  1. εδώ

Συνώνυμα

[επεξεργασία]