κρινάκι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | κρινάκι | τα | κρινάκια |
| γενική | — | — | ||
| αιτιατική | το | κρινάκι | τα | κρινάκια |
| κλητική | κρινάκι | κρινάκια | ||
| Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κρινάκι < κρίνος / κρίνο + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κρινάκι ουδέτερο
- υποκοριστικό του κρίνος / κρίνο
- ※ 20ός/21ος αιώνας ⌘ Ιωάννα Καρυστιάνη, 1952‑ Το φαράγγι, εκδόσεις: Καστανιώτη, Αθήνα 2015, ISBN 9789600359398, @google.gr/books
- […] ενώ λυσσάγανε τέσσερα διαόλια μες στα πόδια του και εκατό Αμερικάνοι της Βάσης ένα γύρω χαλούσαν τον κόσμο με τα κασετόφωνα και τις ρακέτες, αυτός σαν αποξεχασμένος και ξεμοναχιασμένος με τα Γκωλουάζ του και την απαίσια μυρωδιά τους που στενοχωρούσε τα κρινάκια.
- ※ 20ός/21ος αιώνας ⌘ Ιωάννα Καρυστιάνη, 1952‑ Το φαράγγι, εκδόσεις: Καστανιώτη, Αθήνα 2015, ISBN 9789600359398, @google.gr/books
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κρινάκι
|
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παιδάκι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική ενικού (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με υποκοριστικό επίθημα -άκι (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Καρυστιάνη (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)